Κυριακή, 15 Αυγούστου 2010

Κοίμηση της Θεοτόκου

"Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,
ἓν τὴ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὗ κατέλιπες Θεοτόκε"

Όπως είναι γνωστό, επάνω από το Σταυρό ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, έδωσε εντολή και την Παναγία μητέρα του παρέλαβε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο σπίτι του, όπου διέμεινε μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τη μητέρα του Σαλώμη, συγγενή της Θεοτόκου.

Όταν δεν ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πιο πριν ότι πρόκειται να γίνει η μετάστασή της από τη γη στον ουρανό.

Πήγε τότε ο Άγγελος και της είπε: «Αυτά λέγει ο Υιός σου: είναι καιρός να παραλάβω τη μητέρα Μου κοντά Μου. Γι’ αυτό να μην ταραχθείς, αλλά δέξου το μήνυμα με ευφροσύνη, επειδή μεταβαίνεις σε ζωή αθάνατη».

Μόλις το άκουσε η Θεοτόκος, χάρηκε πολύ και από τον πολύ πόθο της να μεταβεί στον μονογενή Υιό της, ανέβηκε με βιασύνη και προθυμία στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί, διότι είχε αυτή τη συνήθεια, να ανεβαίνει συχνά σ’ αυτό το όρος. Τότε ακολούθησε θαύμα παράδοξο. Όταν ανέβηκε εκεί η Θεοτόκος, έκλιναν την κορυφή τους τα δέντρα, σαν να ήταν έμψυχα και λογικά, και την προσκύνησαν και έτσι έδειξαν το σεβασμό τους και τίμησαν την Κυρία και Δέσποινα του κόσμου.

Αφού προσευχήθηκε αρκετά η Πανάχραντη, επέστρεψε στην οικία της. Άναψε φώτα πολλά, ευχαρίστησε τον Θεό και κάλεσε τις συγγενείς και τις γειτόνισσες. Στη συνέχεια, ετοιμάζει όλα τα απαραίτητα για τον ενταφιασμό της. Φανερώνει και στις άλλες γυναίκες τα λόγια που της είπε ο Άγγελος για της εις τους ουρανούς μετάστασή της και σαν απόδειξη των λόγων της, δείχνει το χαροποιό και νικητικό σημείο, που της έδωσε ο Άγγελος, ένα κλαδί φοίνικα.

Οι καλεσμένες γυναίκες, μόλις άκουσαν αυτό το λυπηρό μήνυμα, άρχισαν τους θρήνους και έπειτα παρακαλούσαν την Παναγία να μη τις αφήσει ορφανές. Και η Θεοτόκος τις βεβαίωσε ότι, αφού μετασταθεί στους ουρανούς, θα φυλάει όχι μόνον αυτές αλλά και όλο τον κόσμο. Με τέτοια παρηγορητικά λόγια στάματησε την υπερβολική λύπη τους.

Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της.

Μαζί με τους Αποστόλους ήρθε και ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο Απόστολος Τιμόθεος και οι λοιποί θεόσοφοι ιεράρχες. Όλοι αυτοί, μόλις έμαθαν την αιτία για την οποία συνάχθηκαν αιφνιδίως και παραδόξως, έλεγαν στην Θεοτόκο: «όσο σε βλέπαμε, Δέσποινα, να ζεις και να μένεις στον κόσμο, παρηγορούμεθα σαν να βλέπαμε τον Υιόν σου. Επειδή όμως τώρα με τη βουλή του Υιού σου και Θεού μεταβαίνεις στα ουράνια, γι’ αυτό καθώς βλέπεις θρηνούμε και δακρύζουμε, αν και από την άλλη χαιρόμαστε για όσα θαυμαστά σου έγιναν». Τότε η Θεοτόκος τους αποκρίθηκε: «Μαθητές του Υιού μου και Θεού, μην κάνετε πένθος και λύπη τη χαρά μου».

Όταν ειπώθηκαν αυτά τα λόγια φτάνει και ο Απόστολος Παύλος. Έπεσε στα πόδια της Θεομήτορος, την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής, διότι αν και δεν έζησα σωματικώς κοντά στον Υιό σου, βλέποντας όμως εσένα, νόμιζα ότι έβλεπα Εκείνον».

Μετά αποχαιρετά όλους, ξαπλώνει πάνω στο νεκροκρέββατο, σταύρωσε τα χέρια της, προσφέρει δεήσεις και ικεσίες στον Υιό της για τη σύσταση και την ειρήνη όλου του κόσμου, γεμίζει τους Αποστόλους και ιεράρχες από την ευλογία του Υιού της που δίνεται απ’ αυτήν στους ανθρώπους, και έτσι αφήνει στα χέρια του Υιού της και Θεού την ολόφωτη και παναγία ψυχή της.

Τότε ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος άρχισε να λέει στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια, ενώ οι άλλοι Απόστολοι σήκωσαν το νεκροκρέβατο. Άλλοι προπορεύονταν βαστάζοντας λαμπάδες και ψάλλοντας ύμνους και άλλοι ακολουθούσαν ως το τάφο το σώμα της Θεομήτορος. Ακούγονταν και Άγγελοι από τον ουρανό που έψαλλαν και γέμιζαν τον αέρα οι μελωδίες τους.

Όλα αυτά μην υποφέροντας να βλέπουν και να ακούν οι άρχοντες των Ιουδαίων, παρεκίνησαν κάποιους από το λαό και τους έπεισαν να παρεμποδίσουν την πομπή. Όμως η θεία δίκη πρόφτασε και παίδεψε τους τολμήσαντας με το να τους τυφλώσει.

Έπειτα οι έφτασαν οι Απόστολοι στη Γεσθημανή, ενταφίασαν το πάναγνο σώμα της Θεοτόκου και περίμεναν εκεί τρεις μέρες ακούγοντας ακαταπαύστως σε όλο αυτό το διάστημα τους ύμνους και τις μελωδίες των αγίων Αγγέλων.

Μετά από τρεις ημέρες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Και βέβαια όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής».

Η υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πραγματικός οδηγός, για όσους θέλουν ν’ ανυψώνονται προς τον Θεό. Έργο της είναι να πρεσβεύει στον Τριαδικό Θεό για όλους τους ανθρώπους. Για μας τους ορθοδόξους η Θεοτόκος είναι η «ακαταίσχυντος προστασία και η αμετάθετος προς τον ποιητή μεσιτεία».

Δίκαια μπορούμε να αποθέσουμε τις ελπίδες μας προς την υπεραγία Θεοτόκο αφού, κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, «κανένα άλλο κτίσμα στον κόσμο δεν αγάπησε ποτέ τόσο πολύ τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού, ούτε συμμορφώθηκε τόσο στο θέλημά Του όσο η Παναγία Μητέρα του».Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τιμή προς την Παναγία ανάγεται στον Υιό της, κατά τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό.

πηγή

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

"Ο Πάπας είναι αιρετικός" η ανακάλυψη της ταχινόπιττας!

Πιο πάνω ο Πάπας και ο Αρχ. Χρυσόστομος ο Β'

Με ενδιαφέρον παρακολουθούμε τόσο τον τύπο όσο και τα ΜΜΕ τον τελευταίο καιρό εν σχέση με τον περιβόητο ερχομό του Πάπα στην Κύπρο. Κάποιοι ενοχλήθηκαν πάρα πολύ με την άποψη κάποιων μητροπολιτών εν σχέση με το ότι ο Πάπας δεν πρέπει να έρθει στην Κύπρο. Βέβαια εμάς μας βρίσκει κάπως να διαφωνούμε με αυτό το ζήτημα καθώς είναι ο Πρόεδρος της Κ.Δ. και αυτός τον προσκαλεί και όχι κάποιος "Πνευματικός" μας ηγέτης.

Παρόλα ταύτα, σε μια συνέντευξη κάποιου μητροπολίτη χαρακτήρισε τον Πάπα αιρετικό. Αυτό δημιούργησε πρωτοσέλιδο σε θέμα εφημερίδας ή σε άρθρο. "Ο τάδε χαρακτήρισε τον Πάπα "αιρετικό"". Ε ναι δηλαδή ΤΙ είναι ο Πάπας;; Ορθόδοξος;; Έχει σχέση με την Ορθοδοξία;; Δεν κατάλαβα;; Και στο κάτω κάτω τι εστί αιρετικός για την Ορθόδοξο πίστη;; Άνθρωπος ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του αλάθητο, άνθρωπος ο οποίος έρχεται από μια καθαρά ΑΙΡΕΣΗ η οποία έγινε κυρίως για συμφεροντολογικούς σκοπούς (βλέπε σχίσμα εκκλησίας). Δηλαδή ΠΩΣ ο Πάπας ΔΕΝ θεωρείται αιρετικός; Με λίγα λόγια οι άσχετοι-σχετικοί δημοσιογράφοι αναζητώντας επί του θέματος ανακάλυψαν την ταχινόπιτα!

Αυτό μου θυμίζει τον καιρό των Αρχιεπισκοπικών εκλογών όταν συγκεκριμένος δημοσιογράφος ρώτησε συγκεκριμένο Μητροπολίτη γιατί λέγονται "Άγιοι". (Ξέρετε το 'Αγιος Λεμεσού π.χ. ή Άγιος Πάφου κ.ο.κ). Και ο Μητροπολίτης απλά του απάντησε ότι η "θέση" είναι καθαγιασμένη γιατί είναι ευλογημένη από τον Χριστό καθώς υπήρξε χειροτονία (με χειροτονία σε χειροτονία από τους Αγίους Αποστόλους). ΔΕΝ είναι Άγιος ο Μητροπολίτης!


Γενικά υπάρχει μια αδιαφορία από τους δημοσιογράφους εν σχέση με αυτά τα θέματα και καλά κάνουν πριν ασχοληθούν με κάτι να μελετούν καλά, ειδικά σε αυτά τα θέματα, καθώς δημιουργήται λάθος εντύπωση και στον κόσμο.

Ας ευχηθούμε, η έλευση του Πάπα να φέρει μόνο καλά για την Κύπρο μας και ας διεθνοποιήσει έστω και λίγο το πρόβλημα μας.

υ.γ.: Προφανώς ΔΕΝ περιμένουμε από τον κο Πρόεδρο να "διαφωτίσει" τον Πάπα αλλά από τον Αρχιεπίσκοπο.

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2010

To πάθος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού


"ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν το μέσω της νυχτός..."

Άγιες μέρες περνάμε αδέλφια και βιώνουμε μαζί με τον Χριστό μας τα πάθη του που εμείς οι άνθρωποι Τον βάλαμε να τα υποστεί.
Είναι χαρά αυτές τις μέρες, είναι τεράστια χαρά γιατί βλέπουμε τις εκκλησιές γεμάτες με κόσμο, οι άνθρωποι πιο συνεσταλμένοι χαλαροί και ήρεμοι παρακολουθούν τις υπέροχες ακολουθίες της Μεγάλης Βδομάδας.
Είμαστε εκεί για να ζήσουμε τα πάθη του Χριστού μας, νοιώθουμε χαρά γιατί μέσω των παθών νίκησε τον θάνατο και έδωσε Ανάσταση στις ψυχές των ανθρώπων.
Μεγάλες ακολουθίες, κατανυχτικές, νηστία πιο πολλή προσευχή είναι κάποια από τα οποία χαρακτηρίζουν της Μεγάλη βδομάδα αλλά και ολόκληρη την Σαρακοστή.
Ο Ιησούς Χριστός σταυρώνεται για την σωτηρία μας, ταπεινώνεται για μας αναστένεται για μας και μαζί και μας ανοίγοντας έτσι διάπλατα τις πύλες της Βασιλείας του Θεού μέσω της απέραντης αγάπης του προς τα παιδιά του. Με αυτήν ο άνθρωπος καταφέρνει να ηρεμεί πραγματικά, να αναπαύεται και να αγαπά με όλη του την καρδιά!
Καλή Ανάσταση αδέλφια και ας ευχηθούμε να αναστηθεί και η Κύπρος μας μαζί....

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Θεία Πάθη


"Iδού ο Νυμφίος έρχεται"

Μεγάλη Εβδομάδα. Η εβδομάδα των Παθών, εβδομάδα ταπείνωσης. Είναι τέτοιες οι μέρες που σε κάνουν να σκεφτείς. Να σκεφτείς κατα πόσο εμείς κάνουμε το χρέος μας, προς το Θεο, την Πατρίδα, την κοινωνία και τα παιδία μας. Κάθε Πάσχα νοητά αλλά και με αρκετά ρεαλιστικό τρόπο αναβιώνουμε τα Θεία Πάθη. Την θυσία του Κυρίου, ο οποίος δεν δίστασε να ξαπλώσει στο σταυρό για να σώσει εμάς. Ταυτόχρονα όμως μέσα μου νιώθω μια απελπισία, μια απογοήτευση που όσο συνεχίζεται μετατρέπεται σε ντροπή. Ντροπή για το δρόμο ( μονόδρομο ) που έχουμε επιλέξει. Τον δρόμο της καταπάτησης κάθε αρχής και ηθικής. Της αποξένωσης απο την πηγή της ζωής μας. Ένας λαος προσκυνημένος, ντροπιασμένος, χωρίς πίστη και ελπίδα να ακολουθεί το δικό του Γολγοθά, να προχωρεί στην δική του σταύρωση.

Μακάρι να έρθει και για εμάς η Ανάσταση.
Καλή Λευτερία να φτάσουμε.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Χαιρετισμοί


"Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου, καὶ τὸ
ὑπέρλαμπρον τὸ τῆς ἁγνείας σου"

Λίγες εκκλησιαστικές ακολουθίες παραμένουν τόσο βαθιά εντυπωμένες στους Ορθόδοξους Έλληνες όσο η ακολουθία των Χαιρετισμών. Συνυφασμένη με τον ερχομό της άνοιξης, το ευωδιαστό αεράκι από κάποιον γειτονικό κήπο, την αξεπέραστη μελωδία των ύμνων η οποία επηρέασε και την κοσμική ελληνική μουσική, η ακολουθία των Χαιρετισμών έρχεται να συνδέση την προσωπική χαρά για τη δυνατότητα της σωτηρίας με το συλλογικό ευχαριστήριο προς την Θεοτόκο. Η προσωπική χαρά για την ανάκληση του πεσόντος Αδάμ, την οποία ευαγγελίζεται ο αρχάγγελος Γαβριήλ, συνοδεύεται από την θερμή ευχαριστία για την βοήθεια της Παναγίας στην πιο κρίσιμη στιγμή της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, όταν όλα έδειχναν πως το τέλος είναι αναπόφευκτο. Με αφορμή τον Ακάθιστο Ύμνο, θα θυμηθούμε στο σημερινό άρθρο εκείνες τις δύσκολες αλλά και ένδοξες ημέρες του έβδομου αιώνα, κατά τις οποίες το μέλλον του ανθρώπινου πολιτισμού παίχτηκε στα τείχη της Βασιλεύουσας.Στις αρχές του έβδομου αιώνα, ο ελληνορωμαϊκός κόσμος βρέθηκε για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με τον προαιώνιο εχθρό, τους Πέρσες, κι αυτή έμελλε να είναι η τελική αναμέτρηση. Μετά τον Μαραθώνα και την Σαλαμίνα, μετά την Ισσό και τα Γαυγάμηλα, μετά τους πολέμους του Ιουλιανού και του Ιουστινιανού, η υπερχιλιετής σύγκρουση πήρε πλέον την μορφή ολοκληρωτικού πολέμου. Όταν μάλιστα, το Μάιο του 614, ο βασιλιάς των Περσών Χοσρόης μπήκε στα Ιεροσόλυμα και σύλησε την Αγία Πόλη, αρπάζοντας το ιερότερο κειμήλιο της Χριστιανοσύνης, τον Τίμιο Σταυρό, ο πόλεμος άγγιξε το βαθύτατο θρησκευτικό συναίσθημα των Ρωμαίων. Στις φοβερές σφαγές που ακολούθησαν την κατάληψη της Ιερουσαλήμ έχασαν τη ζωή τους 66.500 Χριστιανοί, σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Αντίοχο Στρατηγό (βλ. F.Conybeare, “Antiochus Strategos’ Account of the Sack of Jerusalem in A.D. 614”, The English Historical Review, July 1910, p.516), ενώ καταστράφηκαν 300 εκκλησίες, μοναστήρια και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα. Άλλοι 35.000 άνθρωποι, μαζί με τον πατριάρχη Ζαχαρία, μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στην Περσία. Η αρπαγή του Τιμίου Σταυρού προφανώς δεν είχε ιδιαίτερη αξία για τους ειδωλολάτρες Πέρσες. Επειδή, όμως, μια σύζυγος και διάφοροι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Χοσρόη ήταν νεστοριανοί Χριστιανοί, δεν αποκλείεται να υποκίνησαν αυτή την ενέργεια, ώστε να χρησιμοποιήσουν το σημαντικότερο σύμβολο της Χριστιανοσύνης για τη νομιμοποίηση του δικού τους δόγματος.

Το 616 υποδουλώθηκε και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αυτοκρατορίας, η Αλεξάνδρεια και στην συνέχεια όλη η Αίγυπτος και η Καρχηδόνα, όπου ζούσε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος πριν ανέλθη στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Ταυτόχρονα, άλλη περσική στρατιά εισέβαλε στη Μικρά Ασία και έφτασε ως την Χαλκηδόνα, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Ο Ηράκλειος αναγκάστηκε να πάη ο ίδιος στην Χαλκηδόνα και να προσφέρη πλούσια δώρα με αντάλλαγμα την προσωρινή ειρήνη.

Στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε το κράτος, η Εκκλησία διέθεσε στο κρατικό νομισματοκοπείο όλους τους θησαυρούς της σε χρυσό και αργυρά σκεύη. Ο Ηράκλειος προχώρησε σε μια εσπευσμένη ανασυγκρότηση του στρατού και ήταν έτοιμος για την απελευθερωτική εκστρατεία το 622. Στις 4 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, με την στολή του απλού στρατιώτη κοινώνησε δημόσια. Την επόμενη μέρα προσευχήθηκε στην Αγια-Σοφιά, πήρε την Αχειροποίητη εικόνα του Χριστού, κατέβηκε στην παραλία και επιβιβάστηκε στα πλοία. Την φύλαξη της πόλης την ανέθεσε σε μια μικρή φρουρά – ουσιαστικά μόνο στην Παναγία. Τα αποχαιρετιστήρια λόγια του προς τον Πατριάρχη Σέργιο ήταν: «Εις χείρας της Θεομήτορος αφίημι την πόλιν ταύτην και τον υιόν μου». (Γεώργιος Μοναχός, «Σύντομο Χρονικό», 110.829.23). Πριν αρχίση τις εχθροπραξίες έστειλε πρέσβεις ζητώντας ειρήνη από τον Πέρση βασιλιά. Ο Χοσρόης απάντησε: «Ει αρνήσεται ο βασιλεύς υμών τον εσταυρωμένον και προσκυνήσει τω ηλίω, ποιώ ειρήνην» (Γεώργιος Μοναχός, «Σύντομο Χρονικό», 110.832.1). Ο πόλεμος δεν ήταν πια μόνο για την ελευθερία της πατρίδας, αλλά και για την πίστη του Χριστού.

Τα επόμενα τέσσερα χρόνια διεξήχθησαν αδυσώπητες συγκρούσεις στα βάθη της Μικράς Ασίας, στη Λαζική, στην Αρμενία. Τον Απρίλιο του 626 ο Ηράκλειος με όλο τον στρατό βρισκόταν στη Σεβάστεια. Και τότε, ξαφνικά, πραγματοποιήθηκε ο χειρότερος εφιάλτης της βυζαντινής εξωτερικής πολιτικής, αυτό που πάντα προσπαθούσε να αποφύγη με απειλές, με συμμαχίες, με κατευνασμoύς, με δωροδοκίες. Για πρώτη, και τελευταία, φορά της επιτέθηκαν συγχρόνως ο εχθρός από το Βορρά και ο εχθρός από την Ανατολή. Στις 29 Ιουλίου, κι ενώ ο ρωμαϊκός στρατός βρισκόταν περίπου 800 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα, εμφανίστηκε μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης ένα τεράστιο πλήθος Αβάρων (100.000 με 150.000). Τα μονόξυλα πλοία τους, «πλήθος άπειρον» κατά τον Θεοφάνη, κάλυψαν όλο τον Κεράτιο Κόλπο, «τον κόλπον του Κέρατος επλήρωσαν». Ταυτόχρονα, στην απέναντι ακτή του Βοσπόρου, στη Χαλκηδόνα, έφτασε ο περσικός στρατός, έτοιμος να επιτεθή από τη θάλασσα.

Η κατάσταση ήταν απελπιστική για τους πολιορκούμενους και αυτό το γνώριζε και ο χαγάνος, ο βασιλιάς των Αβάρων. Απέρριψε όλες τις προτάσεις εκεχειρίας, που περιλάμβαναν την πληρωμή τεράστιων ετήσιων ποσών σε χρυσό καθώς και μεγάλη εφάπαξ πληρωμή, λέγοντας χαρακτηριστικά πως δεν είχαν ελπίδα σωτηρίας εκτός κι αν γίνονταν ψάρια για να διαφύγουν κολυμπώντας η πουλιά για να πετάξουν στον ουρανό («άλλως γαρ υμάς ουκ ένι σωθήναι, μη ιχθύες έχετε γενέσθαι και δια θαλάσσης απελθείν η πτερωτοί και εις τον ουρανόν ανελθείν» σημειώνει το «Πασχάλιο Χρονικό», πηγή σύγχρονη με τα γεγονότα).

Στις 6 Αυγούστου οι Άβαροι κατέλαβαν με έφοδο την εκκλησία των Βλαχερνών στο ευάλωτο βορειοανατολικό άκρο της πόλης και ετοιμάστηκαν για την τελική επίθεση σε συνεννόηση με τους Πέρσες. Έδωσαν εντολή στα μονόξυλα να επιτεθούν όταν δουν φωτιές στο ακραίο σημείο των θαλάσσιων τειχών, ώστε να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στον ρωμαϊκό στόλο και να μεταφερθούν με ασφάλεια οι Πέρσες με τα υπόλοιπα πλοία.

Εκείνη την δραματική νύχτα, καθώς ο πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη με την εικόνα της Παναγίας για να ενθαρρύνη τους υπερασπιστές και οι κάτοικοι της Βασιλεύουσας ανέπεμπαν δεήσεις στην Υπεραγία Θεοτόκο, η ρωμαϊκή κατασκοπεία κατάφερε να υποκλέψη το σύνθημα των εχθρών. Νωρίς τα ξημερώματα οι αμυνόμενοι άναψαν φωτιές στην άκρη των θαλάσσιων τειχών, προκαλώντας την άκαιρη επίθεση των μονόξυλων. Ο ρωμαϊκός στόλος περίμενε και τα εξολόθρευσε. Στην συνέχεια οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν στα υπόλοιπα πλοία που είχαν αρχίσει να μεταφέρουν Πέρσες από την Χαλκηδόνα και τα βύθισαν όλα. Μέσα στον πανικό που ακολούθησε, απέτυχε και η χερσαία επίθεση των Αβάρων εκείνη την ημέρα, αφήνοντας χιλιάδες νεκρούς. Ο εμβρόντητος χαγάνος διέταξε τα υπολείμματα του στρατού του να αποχωρήσουν. Την επόμενη μέρα, 8 Αυγούστου, έφτασε στον Βόσπορο, μετά από πορεία 800 χιλιομέτρων, ο αδερφός του αυτοκράτορα, Θεόδωρος, επικεφαλής μεγάλης ρωμαϊκής στρατιάς. Η Βασιλεύουσα είχε σωθεί οριστικά από την χειρότερη δοκιμασία της μέχρι τότε ιστορίας της.

Οι κάτοικοι της Πόλης δεν είχαν καμιά αμφιβολία για το ποιός τους είχε σώσει: «μόνην γαρ οίμαι την Τεκούσαν ασπόρως τα τόξα τείναι και βαλείν την ασπίδα, και ταις αδήλοις συμπλοκαίς μεμιγμένην βάλλειν, τιτρώσκειν, αντιπέμπειν το ξίφος, ανατρέπειν τε και καλύπτειν τα σκάφη δούναί τε πάσι τον βυθόν κατοικίαν», έγραφε ο Γεώργιος Πισίδης που παραβρέθηκε στα γεγονότα («Εις την γενομένην έφοδον των βαρβάρων και εις την αυτών αστοχίαν», στ. 451-456). «Τη του θεού δυνάμει και συνεργία και ταις πρεσβείαις της αχράντου και θεομήτορος παρθένου ηττήθησαν» σημείωνε ο Θεοφάνης. Άλλωστε ο ίδιος ο χαγάνος ομολογούσε κατάπληκτος στη διάρκεια της μάχης ότι «εγώ θεωρώ γυναίκα σεμνοφορούσαν περιτρέχουσαν εις το τείχος μόνην ούσαν» (Πασχάλιο Χρονικό, 725). Όλος ο λαός, με επικεφαλής τον πατριάρχη Σέργιο, έτρεξε στην εκκλησία της Παναγίας των Βλαχερνών για να ευχαριστήση την Παναγία. Εκείνο το βράδυ της 8ης Αυγούστου 626, όρθιοι έψαλαν τον ύμνο που από τότε ονομάστηκε «Ακάθιστος», δοξολογώντας και αποδίδοντας την σωτηρία «τη υπερμάχω στρατηγώ», γνωρίζοντας ότι αυτή αποδείχθηκε «της βασιλείας το απόρθητον τείχος».

Δυό χρόνια αργότερα, ο Ηράκλειος εισήλθε θριαμβευτικά στην περσική πρωτεύουσα, την Κτησιφώντα, και υπέταξε οριστικά τον αιώνιο αντίπαλο. Βρήκε τον Τίμιο Σταυρό και τον ύψωσε πανηγυρικά και πάλι στα Ιεροσόλυμα. Ήταν πλέον ο αληθινός πλανητάρχης, τα κατορθώματα του οποίου υμνήθηκαν επί αιώνες σε Ανατολή και Δύση, όπως φαίνεται από το έργο του Άραβα ιστορικού Ίμπν Καθίρ (14ος αιώνας), το Φραγκικό «Χρονικό του Φρεντεγκάρ» (7ος αιώνας), την τοιχογραφία του καθεδρικού ναού του Μπράουνσβαϊγκ (12ος αιώνας) και την τοιχογραφία της Σάντα Κρότσε της Φλωρεντίας (14ος αιώνας).

Στις 15 Μαΐου, Κυριακή της Πεντηκοστής, από τον άμβωνα της Αγια-Σοφιάς αναγνώστηκε το νικητήριο διάγγελμα του αυτοκράτορα, το οποίο διασώζεται στο «Πασχάλιο Χρονικό». Η αρχή του είναι ενδεικτική του πνεύματος των προγόνων μας, ανεξαρτήτως θέσης και εξουσίας: «Αλαλάξατε τω θεώ πάσα η γη, δουλεύσατε τω κυρίω εν ευφροσύνη, εισέλθετε ενώπιον αυτού εν αγαλλιάσει, και γνώτε ότι κύριος αυτός εστιν ο θεός. αυτός εποίησεν ημάς και ουχ ημείς. ημείς δε λαός αυτού εσμεν και πρόβατα νομής αυτού». Και συνεχίζει λίγο παρακάτω, δηλώνοντας ότι η ήττα του Χοσρόη δεν οφείλεται στην εγκόσμια υπεροπλία των Ρωμαίων, αλλά στην ασέβειά του προς τον μόνον αληθινό Θεό: «ευφρανθήτωσαν οι ουρανοί και αγαλλιάσθω η γη και τερφθήτω η θάλασσα και πάντα τα εν αυτοίς. και πάντες οι χριστιανοί αινούντες και δοξολογούντες ευχαριστήσωμεν τω μόνω θεώ, χαίροντες επί τω αγίω αυτού ονόματι χαράν μεγάλην. έπεσεν γαρ ο υπερήφανος και θεομάχος Χοσρόης. έπεσεν και επτωματίσθη εις τα καταχθόνια, και εξωλοθρεύθη εκ γης το μνημόσυνον αυτού ο υπεραιρόμενος και λαλήσας αδικίαν εν υπερηφανία και εξουδενώσει κατά του κυρίου ημών Ιησού Χριστού του αληθινού θεού και της αχράντου μητρός αυτού της ευλογημένης δεσποίνης ημών θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, απώλετο ο ασεβής μετ’ ηχούς» (Πασχάλιο Χρονικό, 727-728).

Αυτά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα μας φέρνει στη μνήμη κάθε χρόνο η ακολουθία των Χαιρετισμών. Θυμίζοντας σε όλους μας ότι στις πιο απελπισμένες στιγμές, όταν δεν υπάρχη καμιά ανθρώπινη βοήθεια, δεν μας ξεχνάει ο Θεός. Αρκεί να πιστέψουμε σε Αυτόν. Γι’ αυτό και ο ελληνικός λαός που γνώρισε αυτοκράτορες σαν τον Ηράκλειο εύχεται οι ηγέτες του να δείχνουν την ίδια ευσέβεια όπως εκείνος…

πηγή

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2010

Ψυχοσάββατο


Ψυχοσάββατο σήμερα. Σήμερα η εκκλησία μας μνυμονεύει όλους τους κεκοιμημένους Ορθόδοξους Χριστιανούς.

Ψυχοσάββατο θεωρείται το Σάββατο πριν την Κυριακή των Απόκρεω και το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής οπότε και τελούνται επίσημα μνημόσυνα της Εκκλησίας υπέρ των κεκοιμημένων "των επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, [...] ευσεβώς ορθοδόξων, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομόναχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών, πατέρων, προπατόρων, πάππων, προπάππων, γονέων, συζύγων, τέκνων, αδελφών και συγγενών ημών εκ των απ' αρχής και μέχρι των εσχάτων".

Η ταξη της ημερας υπαρχει στο Τυπικό της Εκκλησίας (βλέπε π.χ. http://www.typikon.gr).

Η καθιέρωση του Ψυχοσάββατου είναι μια υπόμνηση ότι το σώμα θα αναστηθεί κατά δευτέρα την δευτέρα του Κυρίου, για να ενωθεί με την αθάνατη ψυχή σύμφωνα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης μας εκκλησίας.

-----------------------------------------------------------------------------

Πριν λίγο καιρό, στο Γλυκύ, πέθανε ένα μικρό παιδί. Έφυγε από την αυλή του σπιτιού του, μεσ' απ' τα παιχνίδια του, ανάμεσα απ' τ' άλλα μικρά παιδιά, και πήγε σ' ένα μικρό σπιτάκι, κάτω απ' τη χλόη του νεκροταφείου. Τ' άλλα παιδιά συνέχισαν τα παιχνίδια τους, στις αυλές των σπιτιών. Μα μια μέρα, καθώς έπαιζαν, θυμήθηκαν το μικρό αγόρι, κι' αφίνοντας μισοτελειωμένο το παιχνίδι, πήγαν να βρουν τον μικρό τους φίλο. Στο μικρό μνήμα μετέφεραν το παιχνίδι τους. Και μ' αυτή την τρυφερή σοβαρότητα πώχουν τα παιδιά, φύτεψαν πάνω στο νωπό χώμα βιολέτες και τριανταφυλλιές.
Μέσα σε μια τόσο οικεία με τον θάνατο ατμόσφαιρα, το Ψυχοσάββατο-και σ' αυτήν ακόμη την καρδιά της Αποκριάς- δεν μας ξενίζει. Μας έρχεται σαν θλιμμένος τόνος βιολιού, που εισάγεται απαλά, ανάμεσα στις φανταχτερές αποκριάτικες νότες, σα στοιχείο συνθετικό. Θαρρείς και το αποζητά, σαν οργανικό της μέρος η συμφωνική ορχήστρα του Τριωδίου. Εκεί που πάγει να ξεφύγει απ' τα μέτρα της η διονυσιακή διάθεσις του θυμικού, να γίνει φρενίτις, να ξεπεράσει την πραγματικότητα, παρεμβαίνει με συγκεραστική γλυκύτητα ο θλιμμένος τόνος του Ψυχοσαββάτου. Προλαμβάνει το χάος. Το κάνει ρυθμό. Έρχεται κι απλώνεται σα σκιά που μερώνει τ' όργιο του φωτός και το κάνει φως.
Πόσο βαθειά νοιώθει αυτή τη σύνθεση και πόσο σοφά κι' αριστουργηματικά την τεχνουργεί η απλή γυναίκα του λαού, η μάνα μας!
Εκεί κάτω στο χαμώγι του σπιτιού, πλάι στο τζάκι, η Ιμβριώτισσα γυναίκα θ' απλώσει, πάνω στο ίδιο τραπέζι, τα μεγάλα θέματα της ζωής και το θανάτου. Απ' το ίδιο σιτάρι, που τόσπειρε ο άντρας της στην πατρική της γη και το θέρισε αυτή με τα δικά της χέρια, θ' αναστήσει τις χαρές των ζωντανών και των νεκρών: Θ' ανοίξει το φύλλο για την αποκρηάτικη πήττα-ευφρόσυνη του σπιτιού, και θα κάνει το κόλλυβο-γλυκασμό των ψυχών.
Σκυμμένη κει, μ' ανασηκωμένη την μαύρη μαντίλλα της, θα κινήσει τα δουλεμένα χέρια της, στοργικά, ανάμεσα στις δύο περιοχές της ζωής και του θανάτου. Θα σμίξει τις λύπες και τις χαρές. Θα κάνει έτσι, όπως έμαθε από τη μάνα της, κι αυτή απ' τη δική της μάνα. Τα χέρια της μιλούν τη σοφία και την τέχνη μακρινών γενεών.
Κι' αν όλοι ξεχάσουν, αυτή θα θυμηθή. Η μνήμη της θα προχωρήσει βαθειά στην ιστορία της γεννιάς της, έως εκεί που αντέχει. Αυτούς που έφυγαν για το ταξίδι τ' ουρανού, με τ' όνομά τους τον καθένα, θα τους καλέσει πίσω στη ζεστασιά του σπιτιού.
Κι' ενώ θα κορυφώνεται το τραγούδι της ζωής, η καμπάνα του χωριού θα σημάνει Ψυχοσάββατο.
Από κάθε σπίτι, από κάθε γωνιά του σπιτιού, θα ξεκινήσουν μαυροντημένες γυναίκες με τα κόλλυβα στα χέρια, και ταπεινές, σιωπηλές, η μια κατόπι στην άλλα, σα λιτανεία, θάρθουν στην Εκκλησιά. Εκεί θα κατεβούν αμίλητες κι' οι ψυχές. Και, μέσα στο ημίφως του εσπερινού, νεκροί και ζωντανοί θ' ανταμώσουν. Δεν θάναι ούτε στη χαρά της ζωής ούτε στη χώρα του θανάτου. Θα σταθούν για μια στιγμή μαζί, αυτοί που έζησαν κι' αυτοί που ζουν, κάπου πέρα απ' τον θάνατο και τη ζωή, στη γη της αβασίλευτης ημέρας.
Έξω στο νάρθηκα, τα παιδιά του χωριού, ανύποπτα, θα περιμένουν με τις παλάμες ανοιχτές τα κόλλυβα της κάθε θειας, για να σχωρέσουν.

Από το βιβλίο "Χαλκηδόνια", Μνήμη Μελίτωνος Χατζή - σελ.563-564.
Υάκινθος